Υπερηχογράφημα Ισχύου

Έλεγχος αναπτυξιακής δυσπλασίας ισχίου (Συγγενές εξάρθρημα)

Η αναπτυξιακή δυσπλασία των κατ’ισχίων αρθρώσεων ή όπως έχει επικρατήσει ο όρος, συγγενές εξάρθρημα, αντιπροσωπεύει ένα ευρύ φάσμα ανωμαλιών που ξεκινούν από την ήπια δυσπλασία της κοτύλης, μέχρι τη σοβαρή δυσπλασία με αστάθεια της άρθρωσης του ισχίου που δεν βελτιώνεται προοδευτικά, ούτε ανατάσσεται.

Το χρονικό διάστημα κατά το οποίο θα πρέπει να γίνεται ο εξειδικευμένος υπερηχογραφικός έλεγχος είναι μετά τον πρώτο μήνα ζωής εώς και τον τέταρτο. Πέραν αυτού του διαστήματος λόγω ανάπτυξης των πυρήνων οστέωσης των μηριαίων κεφαλών, συνιστάται ακτινολογικός έλεγχος.

Η έγκαιρη διάγνωση των ανωμαλιών του ισχίου είναι το κλειδί για μια επιτυχημένη θεραπεία και φυσιολογική ανάπτυξη της άρθρωσης.

Το υπερηχογράφημα αποτελεί την μέθοδο εκλογής για την επαρκή εκτίμηση νεογνών και βρεφών στα οποία η κλινική εξέταση των ισχίων είναι παθολογική ή αμφίβολη ή υπάρχουν ισχυροί προδιαθεσικοί παράγοντες για δυσπλασία .

Κατά την εξέταση γίνεται λεπτομερής απεικόνιση της μορφολογίας του ισχίου, καθώς και δυναμικός έλεγχος για τη διαπίστωση της σταθερότητας της άρθρωσης.

Η συχνότητα της αναπτυξιακής δυσπλασίας ισχίου είναι παγκοσμίως 1.5-1.7 στις 1000 γεννήσεις, ενώ απαντάται πιο συχνά σε κορίτσια απ’ότι στα αγόρια (4:1 με 5:1).

Προδιαθεσικοί παράγοντες θεωρούνται: το θετικό οικογενειακό ιστορικό, η ισχιακή προβολή και το ολιγοϋδράμνιο κατά την κύηση.

Ο τυπικός μηχανισμός είναι η σταδιακή μετατόπιση της κεφαλής του μηριαίου οστού από το κέντρο της κοτύλης εξαιτίας της χαλαρότητας και ελαστικότητας της αρθρικής κάψας. Αν η μετατόπιση δεν αναγνωριστεί πρώιμα, οι περιβάλλουσες μυϊκές ομάδες δυσλειτουργούν και η κινητικότητα της άρθρωσης περιορίζεται. Η κοτύλη γίνεται δυσπλαστική διότι χάνει το μορφοποιό ερέθισμα της φυσιολογικά τοποθετημένης μηριαίας κεφαλής και σταδιακά η δυνατότητα επανατοποθέτησης της τελευταίας εντός της άρθρωσης με απλούς χειρισμούς, δεν είναι εφικτή.